SQLSTATE[42000] [1203] User dic already has more than 'max_user_connections' active connections διαρρηγνύει


διαρρηγνύει

διαρρήγνυμι
break through
pres ind mp 2nd sg
διαρρήγνυμι
break through
pres ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • τοιχορρήκτης — ο, Ν 1. αυτός που διαρρηγνύει, που σπάζει τοίχους 2. είδος παλαιού πολιορκητικού πυροβόλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < τοίχος + ρρήκτης (< ῥήγνυμι «σπάω»), πρβλ. δια ρρήκτης. Η λ. μαρτυρείται από το 1847 στον Γρ. Χαντσερή] …   Dictionary of Greek

  • διαρρηγνύω — (διαρρηγνύω), διέρρηξα βλ. πίν. 87 Σημειώσεις: (διαρρηγνύω) : σπάνια χρησιμοποιείται ο ενεστωτικός τύπος, κυρίως σε στερεότυπες εκφράσεις όπως διαρρηγνύει τα ιμάτια του → διαμαρτύρεται ή απορεί με έντονο τρόπο. Μερικές φορές απαντώνται ορισμένοι… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.